
.
.
.
.
Χρόνια Πολλά.
Χρόνια πολλά προσπαθώ να καταλάβω το νόημα του μέσου που -χωρίς πολλά εναλλακτικά σενάρια- έχει αναλάβει να σκηνοθετήσει τη ζωή του ανθρώπου, ή μήπως να πω του Έλληνα; Αν κρινω από τα λιγοστά που βλέπω από τυχόν δορυφορικά και εξωτσοντοκάναλα του πλανήτη, φοβάμαι πως τα πράγματα δε διαφέρουν και πολύ. Έφτασε το γραφτό να ορίζεται interactively, χωρίς κανενός είδους συνδρομή και εμπλοκή και μάλιστα από άγνωστο administrator.
Ο πολύτιμος χρόνος του μέσου Αθηναίου, που –αν κρίνω από τον εαυτό μου- μέσα στην ημέρα του, αυτήν την τέλεια κάθεμέρα, έχει να υπολογίσει συν τοις άλλοις και minimum 2 ώρες οδήγηση στην ανοιχτωσιά -στον καθαρό αέρα, το όμορφο τοπίο. Ναι, απλά όμορφο, αν ήταν π.χ. εκθαμβωτικό, θα ήμασταν σε άλλο παραμύθι, ίσως του Χανς Κρίστιαν Αντερσεν. (πείνασα, θα κόψω ένα κομμάτι σοκολατοχειρόφρενο να φάω, αλλά να κρατήσω λίγο και για αύριο…).
Όχι φίλε μου. Αυτός ο χρόνος δεν υφίσταται στην Τιβί, τουλάχιστον όχι στη δικιά μου. Γυρνώντας σπίτι και μη μπορώντας να έχω την πολυτέλεια να πειραματιστώ στην κουζίνα μου και να χαρώ με το λάθος μου, κατεβαίνω στη μάνα -που συχνά κάνει τον ναυαγοσώστη- και εκεί δυστυχώς προλαβαίνω το ραντεβού με την αναφυλαξία: Πόσης διάρκειας πορδή άφησε χθες βραδυ ο Μαρτσάκης σε γνωστό κλαμπ της παραλιακής, τι λένε τα άστρα για την Σβύσση, το πλήρες ψυχολογικό προφίλ του 10χρονου χωρίς μητέρα που -με τον daddy άνεργο να τον σαπίζει στο ξύλο μετά το δεύτερο μπουκάλι- έκλεψε τέσσερα μελομακάρονα από συνοικιακό ζαχαροπλαστείο αλλά –αχά, πιάστηκε επ’αυτοφόρω-, με σχόλια (ώχ) του “παρουσιαστή του κεντρικού δελτίου ειδήσεων” που έχει μάλλον ρε συ σπουδάσει ψυχο-πολυ-λογία, ε;
Απωθημένα. Πολλά.Από τη μία ένα άγχος, όχι για το άγνωστο, αν ήταν έτσι κομμάτια να γίνει, μ’αρέσει, το προτιμώ, το θέλω, ίσως και να το έχω ανάγκη, αλλά για το γνωστό, γι’αυτό που π ρ έ π ε ι, μια γεναιόδωρη κίνηση κατανόησης να πω; Εξυπνάδας να πώ; (μάλλον πονηριάς, που αντριώθηκε με τη δική μας ανοχή), και από την άλλη…ουφφφ, επιτέλους, ώρα αναψυχής, ανάτασης της ψυχής, το αγαπημένο μου ριάλιτι –σίριαλ βγαλμένο απ’τη ζωή, ζωντανό και το budget των κανονικών ηθοποιών στην τσέπη -, και για kiss goodnight –γουστάρω- έβαλε τάδεΈφη Ιώδη –can’t take my eyes off you- και η Gloria Gaynor νοίκιασε γκαρσονιέρα στον Άρη για να ξεχάσει.
Η χαρά που αισθανόμουν πριν από 9 χρόνια όταν σχεδόν από σπόντα ξεκινούσα την εμπλοκή μου με την τηλεόραση και τον κινηματογράφο δεν περιγράφεται σε πλήρη έκταση. Ως disc jockey μετά από μία 10ετία δουλεύοντας νύχτα και χτυπημένος από overdose τύπου “μου θυμίζεις τη μάνα μου” και “έχεις καθόλου Ταλιούρη;” θα έκανα στ’αλήθεια οποιαδήποτε δουλειά, φτάνει να ξυπνούσα και να πήγαινα πρωί.
Έτσι, φεύγω από τα μεταμεσονύκτια σπορ με μπόλικες λάσπες και σκατά στις σόλες ομολογώ. Λίγα χρόνια αργότερα ανακαλύπτω τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και μαθαίνω την τέχνη της τιβί. Τεχνίτης και καλλιτεχνίτης, ένας digitalράφτης του Παναμά, ενίοτε μετρώντας κέρματα για Χριστουγεννιάτικο μποναμά. Μία πραγματικά υψηλότατη τέχνη, με απίθανες δημιουργικές προοπτικές και προεκτάσεις, όπως όλες οι ειδικότητες του κινηματογράφου.
Σαν λαός είμαστε πολύ φρέσκιοι στην τηλεόραση, παρόλα αυτά με την πάροδο των αιώνων έχουν δημιουργηθεί διάφορα είδη όπως:
1. αι καταναλωτζήδαι – ούλα στο βωμό της κατανάλωσης με σκοπό τη μαλάκυνση -,
2. οι μη τολμούντες ολόχεστοι παρθενοσυντηρίκλες όπου στην μυρωδιά και μόνο του προϊσταμένου φεύγει κ λίγο σκατό στο σώβρακο και οι τεμενάδες δίνουν και παίρνουν, και
3. οι αραχνιασμένοι χαυλιοδοντοφέροντες παράγοντες σε οικονομικής συσκευασίας βαζάκι φορμόλης με ετικέτα “νέες ιδέες”, προσφορά τα 500ml για τις γιορτές δύο ευρώ φθηνότερα, που ρουφάνε σαν δράκουλες 700 χρόνων την τιμή, την ιδέα, τον κόπο, την προσπάθεια των νεοανυποψίαστων.
Τα ‘ψώνια’ ας είναι ασχολίαστα, μόλις ξαναδιάβασα το γραπτό μεχρι εδώ και είμαι πολύ ρατσιστής ούτως ή άλλως…
Αδικούνται και σίγουρα εξαιρούται αυτοί που όλοι τυχαίνει να κρατάνε τον ίδιο σταυρό στο χέρι, που προσπαθούν να ξεφύγουν από το μονοδιάστατο, οι γνωστοί μαλάκες ή θύματα. (στο ‘μαλάκες’ βάλε μπίπ γιατί μπορεί να μας κόψει το ραδιοτηλεοπτικό –των ελεύθερων πουριτανευομένων φοιτητών, των ελεύθερων στραβογμμένων Ελλήνων). Όμως, η κρεατομηχανή των Pink Floyd περνάει τον κιμά διπλή φορά για το καλό το δικό σου. Το έχεις ανάγκη αυτό. Το προϊόν. Το διπλοκοσκίνισμα. Μη κάτσει τίποτα στο λαιμάκι. Θα στα δώσω όλα εγώ, έτοιμα, μασημένα. Να προσέχεις την υγεία σου. Να προσέχεις σκέτο. Να φοβάσαι. Δεν έχει φτερά στο νούμερό σου. Τώρα φοβάσαι; That’s my boy.
Τώρα θα πεις όλες οι δουλειές έτσι είναι. Το ξέρω.
Ίσως δεν έγιναν σαφείς οι λόγοι που τα δηλητηριασμένα βέλη βγήκαν σήμερα. Πιθανά η φαρέτρα να μην χωρούσε άλλα, ίσως πάλι και να γλιτώθηκαν καμμιά κατοσταριά ευρώ από μία επίσκεψη σε έναν ψυχολόγο. Αλλά το lexotanil της τηλεοπτικής πραγματικότητας δεν το καταπίνω, τουλάχιστον όχι όσο έχω ένα πνεύμα ανύσηχο και επαναστατικό και κάποιους ανθρώπους που πάντα θα προτιμούν μια εκδρομή στο βουνό και κεφτέδες στο τάπερ, παρά 3 πίτσες, κοκακόλαν, ρέψιμον, και τον υγρό κρύσταλλο στα τρία μέτρα να σου δείχνει την κατάντια του.
Και όσο για σένα μικρέ, φάτα τα μελομακάρονα, φάτα όλα, έσπασε βλέπεις ο διάολος το ποδάρι του και τα δικά σου 15 λεπτά αναγνωρισιμότητας ήταν λιγότερο γκλαμουριάρικα από το απίθανο μπριγιάν στο μπούστο της τάδε αλλά όμως –μην στενοχωριέσαι βρε, για καλό σου είναι- πολύ περισσσότερο απαραίτητο από οτιδήποτε άλλο δεν “πουλάει” και δεν “γράφει”.
Καληνύχτα τιβί, αύριο πάλι
