Οι στίχοι είναι στίχοι και τα λόγια, λόγια.
Ο μικρός ανήλικος κράζει στον μεγάλο να ακούσει.
Αυτό που κάποτε δεν ήταν κεκτημένο, ούτε ασφαλτοστρωμένο, και που τον κράταγε ξάγρυπνο τα βράδια και με τα μάτια ανοιχτά στο σκοτάδι πάνω σε έναν σκούρο τοίχο έβλεπε την ζωή του, λαμπερή και φρεσκοκολαρισμένη όπως του άρεσε να την βλέπει.Τότε που το όνειρο δεν ήταν “κακό” ούτε “γραφικό”.
Ο μεγάλος κοίταξε συγκαταβατικά τον μικρό και τον χάιδεψε στο κεφάλι. “Δεν προλαβαίνω”, είπε καλύπτοντας το “δεν θέλω”.
Ο μικρός πάλι, βγήκε να παίξει και τα ξέχασε όλα.
Απλώς μια ευκαιρία είχε και πάλι χαθεί.
.
.
.
.
.
.
.
.
