Woman’s got soul

23 04 2008

Λίγα λεπτά πριν σου γράψω ένα σχόλιο στο μπλοκάκι σου καθυσηχάζοντάς σε πως είμαι καλά, θα ήθελα να σου πω κάποια πράγματα:

Τι ανακάλυψη είσ’εσύ κοπελάρα μου? Τι ψυχάρα κουβαλάς? Τέτοιο φορτίο πως το κουμαντάρεις? Σ’ευχαριστώ που ενδιαφέρθηκες κ πάτησες καμιά κατοσταριά πλήκτρα για να μάθεις τι κάνω κ που βόσκω εκτός μπλόκ, ενώ το απρόσωπο του μέσου αυτού καθώς και οι “τάσεις” επιτρέπουν νόμιμα και δικαιολογημένα όλη την αδιαφορία του κόσμου, για να μην πω πως για λόγους ασφαλείας την επιβάλουν κιόλας. Μου έφτιαξες τη βραδιά Ρουλάκι!

Δούλεψα από τις 8 το πρωί της Τρίτης μέχρι Τετάρτη στις 8 το απόγευμα με ύπνο μισής ώρας συνοδεία ταχυπαλμίας από την ένταση, μπροστά στο κομπιούτερ, εκατομύρια κλικς κ πλήκτρα, αλλά με καλόν κ συνεννοήσιμο συνεργάτη (ο Nigger είναι επίσης ανακάλυψη).

Εύχομαι καλή Ανάσταση Ρούλα μας, ότι επιθυμείς, σ’ευχαριστώ που είσαι ο τόσο ωραίος εαυτός σου.





Παρακαλώ, ένα τασάκι

15 04 2008

Εχω όρεξη να ακούσω αυτό

το θυμήθηκα διαβάζοντας αυτό.

καλό μας βράδι.





(why don’t you) Be a warrior

3 04 2008

Πάω στη δουλειά τα πρωινά με το παπάκι, καθώς ξεκουράζω το αμαξάκι και τη μεγάλη μοτοσυκλέτα(αχχχ), γελώντας μικροαστικά μέσα απ’το κράνος που τόσος κόσμος πιθανώς να βλαστημάει σταματημένος στην κίνηση με το αμάξι του (no offence). Αν έχω τσιγάρα τότε η πρώτη στάση δεν είναι στην ψιλικατζού της γειτονιάς της δουλειάς μου, μα στον φούρνο για την πρωινή τυροπιτούλα. Και όσο η μάνα και η Μαρία μου φωνάζουν “απέφευγέ τα αυτά τα βούτυρα πρωί πρωί”, τόσο η απαγορευμένη βουτυροτυρόπιτα μου κλείνει τα πρωινά το μάτι, πιο σκερτσόζικα από ποτέ… Δε θέλω ούτε κορφλέικς, ούτε κρύα σανγουιτς, μα κ κανενός ειδους παξιμάδι το πρωί. Θέλω ΤΥΡΟΠΙΤΤΑ.-

jestofunk- be a warrior

Πριν κανα τρίμηνο που είχα κάτσει κάπως αργά για να τελειώσω κάτι ψιλοεκκρεμμότητες, μου είχαν πάρει τ’αυτιά κάτι νεογέννητα γατιά που έκλαιγαν παραέξω πεινασμένα κ απεγνωσμένα για της μάνας τους την ξαπλωτή στάση, εκείνη που τους έφερνε τα στήθια της πιο κοντά…

Κ πέρασαν οι μέρες κ ο ασπρόμαυρος μικρός έγινε φίλος, μόλις άκουγε το παπί νάτος δίπλα μου κ δώστου νιάρ νιάρ νιάρ με πήγαινε ως την πόρτα, λέγοντας μου στα γατίσια “πεινάω ρε άπληστε-δεν το βλέπεις?”. Συνεννοηθήκαμε λοιπόν. Έτσι κάθε πρωί, μαζί με το τσεκ του αν έχω τσιγάρα υπήρχε κ η έννοια αν ο γάτος έχει γάλα “παπορέ” που τό’λεγε η γιαγιά μου, για να του βάλω να φάει, να γκανιάσει και “να σκάσει να νιαουρίζει”, προσποιούμενος κ γω ο φτωχός πως κατά τα άλλα δεν με ενδιέφερε η καλημέρα του…

Προχθές—> Έχοντας την τυρόπιτα κρεμασμένη στο θηλάκι του παπιού, απολαμβάνω τη λιακάδα κάνοντας τα μέτρα φούρνος-γραφείο χωρίς το κράνος, και αυτά τα 300 μέτρα είναι η αγαπημένη μου παράβαση.

Ο ήλιος ότι έπρεπε, ούτε καυτός ούτε με σιδεράκια, σήμερα θα πιώ φραπέ να το γιορτάσω. Ανοίγω πόρτες, βγάζω εξαρτήσεις, όπλα, τσαντάκια, καθαρίζω γραφείο, ανοίγω παράθυρα. Έρχεται κ ο ασπρομαυρούλης.

- Νιάρ, νιάρ, νιάρ, νιάρ, νιάρ, νιάρ.

- Κάτσε ρε κουμπάρε να φτιάξω έναν καφέ! Αμάν! Γιατί είσαι μαύρος? Πάλι στα σκουπίδια ψαχούλευες?

- Νιάρ, νιάρ.

- Μισό λεπτό ρε, έρχομαι σου λέω.

Ξέρεις φίλε, η politics είναι για τα μεγάλα ζώα, για τους ανθρώπους. Όλα τα υπόλοιπα αυτό που έχουν να σου πουν θα στο πουν ξεκάθαρα, μια κ’έξω. Η πείνα και ο πόλεμος δεν περνούν από διασκέψεις κορυφής, ούτε από το σι-ένέν.

- ΝιάααΑΑΑρ !

- Έρχομαι πάλι στο γραφείο μετά από 2 ή 3 λεπτά, με τη φραπεδούρα στο χέρι καμαρωτή, έτοιμη να μου χαλάσει την υγεία ξεχαρμανιάζοντάς με. Και βλέπω τον ασπρομαυρούλη, έχοντας σκίσει 1 σακούλα πλαστική κ 1 χάρτινη, να απολάει τη γλώσσα του κ να γλέιφεται, χρατσανίζοντας -πάνω στο πληκτρολόγιό μου!- τα τελευταία ψίχουλα της τυρόπιττας -που- ήταν όπως πάντα νόστιμη…

^^Σκέψη ακαριαία πρώτη σου πετάω τον φραπέ στη μούρη, σπάζοντας το ποτήρι στην καράφλα σου.

^^Σκέψη ακαριαία δεύτερη, σε κάνω σέντρα-σουτ για να βρω απέναντι τον Μπέκαμ να κάνει κεφαλιά για γκολ.

Tελικά παίρνω το νερό την αύρα κ του τραβάω μια πιτσίλα, κλείνοντας τις μπαλκονοπορτες πρεμουριασμένος που έχασα το πρωινό μου. Αυτός έξω απ’το τζάμι γλύφεται στωϊκά, απορώντας προς τι το πρωινό ντους.

Εχθές—> Όταν το μυαλό αποφασίσει να φτιάξει μια ιστορία, δεν του την αλλάζεις με τίποτα, τουλάχιστον το δικό μου που πια στάζει λάδια. Δουλειά, είχα δουλειά πολλή, τα χέρια μου κοπάναγαν τα πλήκτρα σά νάτανε νομιστεράκια. Σε μια στιγμή, μάλλον “στην” μία στιγμή χαλάρωσης κατάλαβα πως ο φίλος σήμερα ούτε που είχε εμφανιστεί. Κρίνοντας με ότι έχω στα χέρια μου σκέφτηκα πως κ εγώ το ίδιο θα έκανα, θα εξαφανιζόμουν διότι επρόκειτο περί ηλιθίου, που τη μία με ταϊζει και την άλλη με καταβρέχει θέλοντας χωρίς λόγο να με κατασπαράξει.

Ξέρεις μάστορα, το μη αναμενόμενο τελικά είναι το μόνο αναμενόμενο. Αν τώρα ήταν ένα γατί, αυριο θα είναι ένα παιδί, ένα γιατί, μια άστοχη σφήνα στο δρόμο με το παπί… Το οτι μπορουσα να διαχειριστώ τη μοίρα ενός ζωντανού άλλου οργανισμού όπως εγώ γουστάρω, με τρόμαξε, όχι γιατί δεν έχω σχεδόν πάντα καλες προθέσεις, αλλά απλούστατα γιατί ξέρω άλλους που δεν έχουν. Τους αισθάνομαι καθημερινά. Και δε μιλάω για την κακοποίηση των ζώων. Ή μάλλον μιλάω ακριβώς για αυτό μάστορα. Για την κακοποίηση των ζώων. Mικρών… και μεγάααλων.

Σήμερα—> ο ασπρομαυρούλης με καλημέρισε, με συνόδευσε ως την πόρτα του γραφείου, νιάρ νιάρ, νιάρ νιάρ, κουλαριστός με πήγε παραμέσα νιάρ νιάρ, μαθαίνοντάς με πως η κακία, η τιμωρία και -θα το πω- η μαλακία είναι προσόντα όχι της δικιάς του ράτσας. Ήπιε όλο το παπορέ κ καθώς σήμερα έβρεχε, την έβγαλε μέχρι που έφυγα κολλημένος δίπλα στη σόμπα.

cat2.jpg